Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Γαρίτσα

 Η Γαρίτσα είναι το αρχαιότερο προάστιο της πόλης, το τοπωνύμιο όμως αυτό το συναντάμε το 1650 π..Η αρχική του ονομασία που απαντάται σε χειρόγραφα ήδη από το 1370 ήταν Γαστράδες και Γαστράδικα επειδή στην περιοχή αυτή αναπτύχθηκαν εργαστήρια αγγειοπλαστικής, τα οποία παρήγαγαν γάστρες (πήλινα σκεύη) από τις οποίες δημιουργήθηκε και το επώνυμο Γαστράς. Το τοπωνύμιο Γαστράδες, πολλές φορές στις πηγές αναφέρεται και ως Καστράδες από παρετυμολογία της λέξης κάστρο αλλά όπως προκύπτει και από γα
μήλιες πράξεις της αρχειακής σειράς Μεγάλοι Πρωτοπαπάδες, που εναπόκειται στα αρχεία της Κέρκυρας, δεν διατηρήθηκε για μεγάλο χρονικά διάστημα γιατί αντικαταστάθηκε από το όνομα Γαρίτσα […]. Το τοπωνύμιο Γαρίτσα προέρχεται από τη λέξη γάρος που σημαίνει αφενός ένα είδος σάλτσας από άλμη και μικρά ψάρια αλλά και τ’ αλατισμένο νερό μέσα στο οποίο διατηρούνται οι ελιές ψάρια λαχανικά κ.λπ., κατ’ επέκταση δηλαδή την άλμη, τη σαλαμούρα. Από αυτό προκύπτει ότι οι κοιλότητες που είναι γεμάτες με θαλασσινό νερό και περιείχαν μικρά ψάρια ήταν γαρώδεις, έμοιαζαν με γάρο. Στην ονομασία γάρος προστέθηκε η κατάληξη -ιτσα, που δηλώνει το μικρό μέγεθός τους και έτσι καθιερώθηκε το αναφερόμενο τοπωνύμιο. Σε χαλκογραφία του Jean- Baptiste Homann του 1720 που απεικονίζεται ο κόλπος και το προάστιο Γαρίτσα, διακρίνονται οι χαρακτηριστικές αυτές λιμνούλες η μία κοντά στην άλλη. Η Γαρίτσα από το 1878 και για αρκετά χρόνια αναφέρεται από τους περιηγητές και με το όνομα Λυκούρσι, λόγω της εγκατάστασης εκεί εξακοσίων περίπου κατοίκων από το Λυκούρσι της Βορείου Ηπείρου, οι οποίοι ξεχώριζαν για τους τοπικούς τους χορούς και τις γραφικές ενδυμασίες. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω φωτολιθογραφική εικόνα γυναίκας από το λεύκομα του Μουσείου Μπενάκη « Ελληνικαί Εθνικαί Ενδυμασίαι» του Nicola Sperling, η οποία έχει λεζάντα: Κέρκυρα- Λυκούρσι (νυν Γαρίτσα), χωρική.
Μερικά επώνυμα οικογενειών προσφύγων Λυκουρσιωτών, που ακόμη και σήμερα ακούγονται στην περιοχή της Γαρίτσας είναι ο Γκέκας, Μπεράτης, Μπόντας, Σκούπουρας, Τσόγκας, Τσόνας κ.α

Τοπωνύμια. Γλωσσικές Μαρτυρίες στην Ιστορική Διαδρομή της Κέρκυρας.
Γιώργος Χ. Σουρτζίνος
Φωτογραφία: Συλλογή του συγγραφέα
Επιμέλεια κειμένου: Στεφανία Μαυρωνά

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Πεταλά

Καλή χρονιά σε όλους/ες με υγεία!

Συνεχίζουμε την ενότητα <<Τοπωνύμια της Κέρκυρας>> με το τελευταίο τοπωνύμιο από το προάστιο του Μαντουκιού:
Πεταλά
Στο προάστιο Μαντούκι, διασχίζοντας την οδό Ξενοφώντος Στρατηγού συναντάμε αριστερά μετά τον αριθμό 120 την Σπύρου Λούη. Η πλατιά και πλακόστρωτη με μικρές ορθογώνιες πλάκες οδός μας οδηγεί ανηφορίζοντας μετά από 60 μ. σε μία αδιαμόρφωτη, χωμάτινη και χορτιαριασμένη σήμερα (2005) πλατεία, που περικλείεται από παλιές και νεότερες κατοικίες. Η μικρή αυτή περιοχή, η οποία είναι αδιέξοδη, αναφέρεται από τους κατοίκους του Μαντουκιού με το τοπωνύμιο Πεταλά. Οι μεγαλύτεροι κάτοικοι θυμούνται ότι το μέρος αυτό λόγω του ελεύθερου ακάλυπτου χώρου που υπάρχει εκεί, ήταν άλλοτε τόπος συγκέντρωσης και παιγνιδιών των νέων της γύρω περιοχής και συχνά αναφερόταν η φράση:
Πάμε να παίξουμε στου Πεταλά.
Η καθιέρωση της ονομασίας αυτής προέρχεται από το ομώνυμο επώνυμο κάποιας οικογένειας που διέμενε παλαιότερα εκει. Οι γείτονες μας υπέδειξαν ένα παλιό σπίτι στο χώρο αυτό, λέγοντας ότι είναι το σπίτι του Πεταλά. Σε νοταριακές πηγές του πρώιμου 16ου αι. (6 Ιουνίου 1511) συναντάται το όνομα Πεταλάς Θεόδωρος, μάρτυρας στη σύναψη ενός συμβολαίου, ενώ το 1828 τ'αναφερόμενο επίθετο απαντάται στο Μαντούκι.
Τοπωνύμια. Γλωσσικές Μαρτυρίες στην Ιστορική Διαδρομή της Κέρκυρας.
Γιώργος Χ. Σουρτζίνος
Επιμέλεια κειμένου: Στεφανία Μαυρωνά

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Ευχές


Από καρδιάς θέλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον επιμελητή του Μουσείου μας Makhs Grammenos Μάκης Γραμμένος για την λειτουργία του μουσείου μας με πολλή αγάπη και υπερβάλλοντα ζήλο.
Ένα ξεχωριστό μεγάλο ευχαριστώ στον μικρό ταλαντούχο Καραγκιοζοπαίκτη Χρήστος Πηγής.
Να ευχαριστήσω ιδιαίτερα και την επιστημονική διευθυντήρια του μουσείου, υποψήφια διδάκτωρ του Ιονίου Πανεπιστημίου, Στεφανία Μαυρωνά για το έργο της όλη τη χρονιά που φεύγει.



Φώντας Αλαμάνος
Πρόεδρος Ιστορικής Λαογραφικής Εταιρείας Κέρκυρας
"Νίκος Πακτίτης"


 

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Μαντούκι


Στο βορειοδυτικό μέρος της Κέρκυρας, έξω από την τειχισμένη πόλη, βρίσκεται το παραδοσιακό προάστιο Μαντούκι ή Εξώπολο Μαντουκίου όπως λεγόταν παλαιότερα. Το Μαντούκι υπήρξε αυτόνομη κοινότητα από τις αρχές του 18ου αι., μέχρι που ενσωματώθηκε στο Δήμο Κερκυραίων. Η θέση του κοντά στο λιμάνι και η μικρή απόσταση από την πόλη αποτελούσε το καταλληλότερο μέρος για την εγκατάσταση βιομηχανικών, βιοτεχνικών μονάδων και εργαστηρίων. Αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορίας του, μερικά ψηλά μαυρισμένα φουγάρα και μισοερειπωμένα κτήρια, τα οποία φέρνουν στη μνήμη μας άλλες εποχές και κυρίως πριν από το Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Κέρκυρα κατείχε την 6η βιομηχανική θέση της Ελλάδας. Η ονομασία του προαστίου προέρχεται από το οικογενειακό επώνυμο Μάνδουκας, το οποίο αναφέρεται σε συμβολαιογραφικές πράξεις του 16ου αι. στο χωριό Άφρα και με πρώτο όνομα το Γιώργο Μάντουκα. Η μετακίνηση από άλλη περιοχή της Κέρκυρας και η μόνιμη εγκατάσταση εκεί κάποιας οικογένειας με το επώνυμο αυτό, έδωσε τ’ όνομα στο προάστιο Μαντούκι […]. Στη νουβέλα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη Η Τιμή και το χρήμα, αναφέρεται ότι πριν από τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο, ανθούσε το λαθρεμπόριο στην Κέρκυρα μ’ επίκεντρο το Μαντούκι. Το 1917 οι Ιταλοί που κατείχαν την Κέρκυρα, είχαν τοποθετήσει στο Νέο Φρούριο επάνω από το σημερινό Ναυτικό Σταθμό έναν ξύλινο πετεινό κι έλεγαν ότι όταν ο πετεινός αυτός λαλήσει, τότε θα φύγουν κι από το νησί. Μετά το τέλος του πολέμου οι Ιταλοί άρχισαν ν’ αναχωρούν και να επιβιβάζονται στα πλοία. Τότε μία ομάδα Μαντουκιωτών ανέβηκε στις επάλξεις του Νέου Φρουρίου, στη θέση που είχαν στήσει τον ξύλινο πετεινό κι άρχισε να μιμείται το λάλημα του κόκορα.


Τοπωνύμια. Γλωσσικές Μαρτυρίες στην Ιστορική Διαδρομή της Κέρκυρας.
Γιώργος Χ. Σουρτζίνος

Γραφική φωτογραφία της Κέρκυρας του 1917, τραβηγμένη μέσα από βάρκα, με φόντο το Μαντούκι της Κέρκυρας
Πηγή: www.corfuland.gr

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Λόφος Παρνή

Στην παραλιακή οδό Εθνικής Αντιστάσεως 20, βρίσκονται οι αποθήκες της «Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών» και νοτιοδυτικά αυτών κοντά στο δρόμο συναντάμε έναν κατάφυτο λοφίσκο, ο οποίος συνεχίζει δυτικά μέχρι την ανηφορική οδό Νικολάου Ζερβού που οδηγεί στο Κεφαλομάντουκο. Ο λόφος αυτός που έχει το τοπωνύμιο Παρνή επεκτείνεται προς Νότο και καταλήγει στον κεντρικό δρόμο Σπύρου Ραθ. Από εκεί αριστερά συνεχίζει μέχρι τον αριθμό 9 της ομώνυμης οδού, όπου ένα μικρό ανηφορικό δρομάκι φθάνει στην κορυφή του λόφου, ο οποίος μετά κατηφορίζει προς το μέρος της Εθνικής Αντιστάσεως.

Η περιοχή αυτή καταλαμβάνει μια έκταση 56.000 τ.μ. περίπου, στην οποία υπάρχουν κατοικίες, μικρές καλλιεργήσιμες εκτάσεις αλλά και αρκετά ελαιόδεντρα.
Το τοπωνύμιο Παρνή επικράτησε από το επώνυμο των προγόνων των σημερινών ιδιοκτητών, οι οποίοι διέμεναν στην περιοχή κι ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Πρώτος που κατοίκησε στο μέρος αυτό με τ’ αναφερόμενο επώνυμο ήταν ο Μιχάλης Παρνής στα τέλη του 19ου αιώνα, από τον οποίο καθιερώθηκε και το τοπωνύμιο στο λόφο αυτό.
Τοπωνύμια. Γλωσσικές Μαρτυρίες στην Ιστορική Διαδρομή της Κέρκυρας.
Γιώργος Χ. Σουρτζίνος
Επιμέλεια κειμένου: Στεφανία Μαυρωνά

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

21η Νοέμβρη, τα Πολυσπόρια ή Πολύσπορα


Τα Πολυσπόρια ή Πολύσπορα είναι ένα αρχαίο έθιμο για χάρη της θεάς Δήμητρας, θεάς της γεωργίας. Σε κάθε σπίτι οι νοικοκυρές βράζουν τα πολύσπορα : ρεβίθια, κουκιά, φασόλια, καλαμπόκι, σιτάρι, λαθίρια, φακές.
Η ημέρα αυτή, οπότε και η γιορτή των Εισοδίων, ονομάζεται από το λαό «Παναγία η Μεσοπορίτισα/ Μεσοσπορίτισσα». Η επωνυμία είναι από μόνη της επεξηγηματική ως ένα σημείο. Την εποχή αυτή έχει ολοκληρωθεί ο πρώτος κύκλος της σποράς. Ο δεύτερος γίνεται την άνοιξη, με τα όψιμα δημητριακά και τα όσπρια. Ανάμεσα στους δύο αυτούς χρονικούς κύκλους βράζουν τα πολυσπόρια. Υπήρχε για την ημέρα αυτή ένα έθιμο που έχει ατονήσει. Από τις γυναίκες του κάθε σπιτιού, πήγαιναν οι μητέρες στο κάθε χωράφι. Άφηναν κάπου στη μέση ή αλλού σταυροειδώς σε 4 μικρές λακκούβες λίγα από τα πολυσπόρια. Η ερμηνεία που δίνανε ήταν πως το χωράφι «πρέπει να φάει» τα βρασμένα πολυσπόρια, για να αφήσει άθικτους τους άλλους σπόρους και να τους βοηθήσει να φυτρώσουν. Το πώς έπρεπε αυτή την πράξη, που ήταν πράξη γονιμικής μαγείας, να την εκτελέσουν μητέρες ξεκινάει από την ομοιοπαθητική μαγεία. όπως οι γυναίκες τεκνογονούν, έτσι και η γη, μία μεγάλη μητέρα και αυτή, θα τεκννογονήσει τους σπόρους, όταν χέρια μητρικά έρθουν σε επαφή μαζί της. Και επειδή η γη κλείνει μέσα της τους νεκρούς, αυτά τα πολυσπόρια, ουσιαστικά αυτοί θα τα γευτούν και αυτοί θα συντελέσουν στην καλή σοδειά.
Τα Λαογραφικά της Κέρκυρας. Γερ. Χυτήρης, 1991